ΟΙ ΣΦΑΓΜΕΝΟΙ ΚΑΤΑΡΙΟΥΝΤΑΙ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΜΑΣ..

CHIOS DELACROIX

O ΠΙΝΑΚΑΣ «Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ» ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ ΚΡΥΦΤΗΚΕ ΤΟ 2012 ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΣΟΚΟΣΚΥΛΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΙΟΥ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΦΙΛΙΑΣ.. ΧΘΕΣ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ 6 ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥΣ..

Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα..

Ντορέτα Πέππα : Το ποίημα «Το Ελληνόπουλο» γράφτηκε από τον Βίκτωρα Ουγκώ το 1828 και αναφέρεται στην καταστροφή της Χίου από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου του 1822. Κάποια αποσπάσματα εδώ, σε μετάφραση του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά, την ίδια ώρα που στη σημερινή Χίο το προδοτικό κράτος υποδέχεται τους Τουρκαλάδες «αξιωματούχους» και πάλι στο μαρτυρικό νησί!

ΕΡΧΕΤΑΙ Η 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΔΩΣΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ..

KARAISKAKHS XEPOYLHSATE..

Δείτε, στο τέλος του ποιήματος, τι ζήτησε τότε το Ελληνόπουλο που είχε σωθεί από τη σφαγή και κάντε τις συγκρίσεις σας, αναδύοντας τις εθνικές μνήμες. Κι ύστερα, χαμηλώστε τα μάτια ντροπιασμένα στο χώμα, εκεί που ακόμα κείτονται τα λείψανα των σφαγμένων… Των σφαγμένων, που καταριούνται πια τους ζωντανούς!

Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.
Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’ την αφάνταστη φθορά.
Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;
Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Τι θες κι απ’ όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τ` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη, μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!

Share this post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

three × 3 =