ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΣΤ (ΑΝΑΡΧΟΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΝ) ΑΠΟ ΤΟ 1954

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΠΟΣΤ

 

 

ΧΙΛΙΟΥΣ ΒΑΘΜΟΥΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΨΗΘΕΙ Η ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ !

 

Kostas Vostantzoglou :

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που σε χαιρέτισα τελευταία φορά. Ακόμα δε συνήθισα να λείπεις. Είπα μέσα μου να ξεθάψω μια στιγμή μας. Έτσι! Σαν φόρο τιμής. Ξέρω. Θα με κοίταξεις μ’ εκείνο το μισοειρωνικό ύφος που παίρνεις όποτε είσαι έτοιμος να ξεφουρνίσεις ένα απόφθεγμα και θα μου πεις ξανά: «το πολύ συναίσθημα δεν οφελεί τα στήθη». Κοίτα ποιος μιλάει… Εσύ τα λες ρε πατέρα; Eσύ ο ευσυγκίνητος; Ο κάργα συναισθηματικός; Eσύ που έκλαιγες όταν με κουρέψανε παρά τη θέλησή σου εν χρώ για να με δεχτούν στο δημοτικό; Εσύ που ερχόσουνα και μας σκέπαζες τις νύχτες μην κρυώσουμε; Εσύ που σπάραζες και μας έλεγες «συγχωρήστε με για το κακό που σας έκανα» επειδή ήσουνα κομμουνιστής και μας είχανε χαρακτηρισμένους στο στρατό; Είδαμε και πάθαμε να σε πείσουμε πως δεν χρειαζόμασταν την βοήθειά σου για να πάμε σε στρατόπεδα ανεπιθυμήτων. Πως είμαστε κι εμείς κομμουνιστές – πιο φανατικοί από σένα – και ξέραμε τη μοίρα μας επί χούντας. Οπότε, που τα πουλάς αυτά; Σε τα μας; Eσύ; Ας τα αυτά! Δεν περνάνε! Εγώ το ξέρεις. Σκέφτομαι όπως εσύ. Ανορθόγραφα. Άμα πιστέψω, πίστεψα. Άμα αγαπήσω, αγάπησα. Άμα κλαίω, κλαίω και χέστηκα τι θα πεις. Μεταξύ μας μπορούμε να είμαστε όσο συναισθηματικοί θέλουμε. Έξω, εντάξει! Θα το παίξουμε αυστηροί, σοβαροί, κόσμιοι, είρωνες και σκληροί. Έτσι δεν λες; Να μη δούνε πως έχουμε αδυναμίες γιατί θα μας πατήσουν. Εντάξει. Αυτά τα κάνουμε κατά γράμμα. Παιχνιδάκι. Λοιπόν. Στο δια ταύτα. Θυμάσαι τότε που πήγαμε στο Μαρούσι στο εργαστήρι του Βαλσαμάκη; Μέναμε στον Παράδεισο Αμαρουσίου τότε. Πήγαμε με τα πόδια. Φύγαμε νωρίς το απόγευμα και μέχρι να φτάσουμε είχε σκοτεινιάσει. To ‘54 θα ήτανε. Χειμώνας. Δεν καλοθυμάμαι. Ήθελες να δοκιμάσεις τη ζωγραφική σε πορσελάνη. Είχες πάρει από το σπίτι ένα άσπρο πλακάκι που περίσσεψε από το ντύσιμο της κουζίνας. Ο Βαλσαμάκης σου έδωσε χρώματα σε σκόνες και μου παραπονιόσουνα χαμηλόφωνα πως δεν είχε σε σκόνες όλα τα χρώματα που ήθελες.Τέλος πάντων. Δοκίμασες να ζωγραφίσεις στο πλακάκι ένα ελληνικό θέμα. Μετά από ώρα και αφού ζήτησες τη γνώμη του Βαλσαμάκη σαν ειδικού και τη δική μου σαν πενταετούς τεχνοκριτικού, έμεινες σχετικά ικανοποιημένος. Δυστυχώς ο φούρνος του Βαλσαμάκη έψηνε μόνο πήλινα. Ήταν σε χαμηλές θερμοκρασίες και δεν μπορούσες να ψήσεις το πορσελάνινο πλακάκι σου. Έπρεπε για να σταθούνε τα χρώματα στην πορσελάνη να ψηθούνε στους 1000 βαθμούς Κελσίου για ώρες. Τύλιξες το πλακάκι προσεκτικά σε ένα άσπρο χαρτί, ευχαρίστησες και φύγαμε. Εγώ ικανοποιημένος που δεν είχα κάνει καμμιά ζημιά στο εργαστήρι παρόλο που βαριόμουνα και υπήρχαν ένα σωρό κανάτια για σπάσιμο στα ράφια, εσύ απογοητευμένος μέχρι θανάτου που η δουλειά έμεινε μισή. Αυτό το πλακάκι είναι το πρώτο που ζωγράφισες και μου άρεσε τρελλά. Άρεσε και στη μάνα. Τη γνώμη του Γιάννη δεν τη ζητήσαμε γιατί ήταν μικρός ακόμα και τα έκανε επάνω του. Το πλακάκι μπήκε στο κομό του προχώλ και ξεχάστηκε για χρόνια. Όταν το ξεθάψαμε, είχες δικό σου φούρνο πια, ψήναμε πορσελάνινα πιάτα, δοχεία νυκτός, μολυβοθήκες και άλλα και σου είπα να το ψήσεις. Είπες: «μπααααα! Δεν αξίζει τον κόπο». Αυτό το άψητο πλακάκι το φωτογράφισα και είπα να το δείξω μια και κανένας έξω από εμάς δεν το έχει δει. Έτσι για να σε θυμηθούν και να θυμηθούν και κάτι απ’ αυτά που έκανες. Ξέρω! Θα πεις: «αυτό είναι πρωτόλειο. Άσε τις βλακείες». Ξέρεις όμως καλά τι αγύριστο κεφάλι είμαι. Σε πολλά δεν σου έμοιασα. Σ’ αυτό όμως είμαστε ίδιοι. Με έφτυσες και με έκανες που έλεγε κι η μάνα. Το ότι μου λείπεις ξέρω πως το θεωρείς δεδομένο. Το ότι ακόμα πονάω που σε έχασα, χέστο. Άντε γειά, πριν με πιάσουν τα ζουμιά και δεν κάνει. Φιλιά στους επάνω. Που θα πάει; Θα έρθω κι εγώ κάποια στιγμή να σε φιλήσω και να τα πούμε.

Share this post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

fourteen − 1 =